Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Προβιομηχανικά μνημεία υδραυλικής ενέργειας στη Μαγνησία


Σ’ αντίθεση με τους άλλους τρεις νομούς της Θεσσαλίας, στο νομό Μαγνησίας δεν υπάρχουν μεγάλα ποτάμια και άρα θα μπορούσε εύλογα να πει κανείς ότι θα ήταν ανέφικτη η ανάπτυξη επαγγελμάτων – εργαστηρίων που θα βασίζονταν αποκλειστικά στη χρήση του νερού. Ύστερα όμως από προσεκτική επιτόπια έρευνα, ο συλλογισμός αυτός αποδεικνύεται λανθασμένος, καθώς οι κάτοικοι της Μαγνησίας όχι μόνο οργάνωσαν τις δραστηριότητές τους στηριζόμενοι στη χρήση του νερού, αλλά εκμεταλλεύτηκαν και την υδραυλική ενέργεια, δημιουργώντας πολλές και αξιόλογες κατασκευές.

Οι κάτοικοι της Μαγνησίας και κυρίως του Πηλίου, οργάνωσαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους δίπλα στο φυσικό περιβάλλον και η δύναμη του νερού λειτούργησε ως αρωγός για τη μετέπειτα εξελικτική τους πορεία. Κοντά στα ρυάκια, τις ρεματιές και τα μικρά ποτάμια, δημιουργήθηκαν στο παρελθόν αρκετοί νερόμυλοι, μαντάνια και βυρσοδεψίες, κατασκευές που έκαναν την εμφάνισή τους πριν τη βιομηχανική περίοδο και στήριξαν τη λειτουργία τους στη χρήση φυσικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Κύριος στόχος δημιουργίας αυτών των εργαστηρίων ήταν η κάλυψη διαφόρων αναγκών και κυρίως της διατροφής, της στέγασης και της ένδυσης.

Έτσι, οι πέντε κατασκευές υδραυλικής ενέργειας που συναντά κανείς στο νομό Μαγνησίας είναι οι εξής: 1) υδροτριβεία ή δριτσέλες, 2) υδρόμυλοι ή νερόμυλοι, 3)υδροκίνητα ελαιοτριβεία ή γαλιάγριες, 4) μαντάνια ή μπατάνια και 5) βυρσοδεψία ή ταμπάκικα.

1) Υδροτριβεία ή δριτσέλες: Η δριτσέλα είχε συνδεθεί με την επεξέργασία ολόμαλλων χοντρών υφαντών του σπιτιού. Η συγκεκριμένη κατασκευή ήταν ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου που αποτελούνταν από σφηνωμένες μεταξύ τους πλανισμένες σανίδες σε σχήμα σφήνας, που δένονταν περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Επειδή η συνολική κατασκευή θύμιζε βαρέλι, κατασκευάζονταν συνήθως από βαγενά (βαρελά). Το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής βρίσκονταν χωμένο βαθιά στο έδαφος, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος υδροροής από την πίεση του νερού. Με την εισαγωγή του νερού στον κάδο δημιουργούνταν στρόβιλοι, οι οποίοι συμπαρέσυραν τα υφαντά στη δίνη τους. Έτσι με την τριβή του νερού τα υφαντά αποκτούσαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ήταν πιο αφράτα. Οι νεροτριβές γενικά αποτελούσαν απλές κατασκευές σε σχέση με τις υπόλοιπες υδροκίνητες εγκαταστάσεις και ως προς την κατασκευή, καθώς δε διέθεταν κάποιο μηχανισμό, αλλά και ως προς τη λειτουργία τους γιατί δε χρειάζονταν χειριστή που να τις παρακολουθεί και να τις ρυθμίζει. Στη Μαγνησία νεροτριβές υπήρχαν στη Μακρυνίτσα, στον Αγ. Γεώργιο Νηλείας, στο Νεοχώρι, στο Βελεστίνο και στην Ανάβρα.

2) Υδρόμυλοι ή νερόμυλοι: Στην προβιομηχανική περίοδο το σιτάρι αποτελούσε το βασικό προϊόν για τη διαβίωση του ανθρώπου. Καθώς οι χειρόμυλοι δεν επαρκούσαν στο άλεσμα, η χρήση των νερόμυλων ήταν απολύτως απαραίτητη. Ο νερόμυλος με την οριζόντια φτερωτή ήταν γνωστός στον ελληνικό χώρο από τα βυζαντινά χρόνια και ονομάζονταν «ανατολίτικος». Το κτίσμα του μύλου ήταν συνήθως λιθόκτιστο και διέθετε ένα ορθογώνιο μεγάλο ή μικρό χώρο που χρησίμευε για τη διανυκτέρευση του μυλωνά. Η κατασκευή της στέγης ήταν προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική με ξύλινη σκεπή, σκεπασμένη με σχιστολιθικές πλάκες. Στη μια άκρη της κατασκευής βρίσκονταν ο μηχανισμός του νερόμυλου, που αποτελούνταν από τη φτερωτή με τα εξαρτήματά της και το αλεστικό με τις μυλόπετρες και στην άλλη άκρη ήταν ο χώρος όπου γίνονταν οι συναλλαγές. Οι νερόμυλοι είχαν συνήθως ένα ζευγάρι μυλόπετρες ή δύο και σπάνια περισσότερα, ανάλογα με την ποσότητα του νερού. Οι νερόμυλοι μπορεί να αποτελούσαν μόνιμες εγκαταστάσεις, δηλαδή να λειτουργούν όλο το χρόνο ή εποχιακές, όπου σταματούσαν το καλοκαίρι. Τέλος θα πρέπει να πούμε ότι για λόγους οικονομίας οι νερόμυλοι κτίζονταν έτσι ώστε να χρησιμοποιούν διαδοχικά το νερό, κάτι που αποτελούσε το σημαντικότερο πλεονέκτημα της υδροκίνησης, καθώς ο νερόμυλος όσο νερό δε χρειάζονταν δεν το κατανάλωνε, αλλά το παρέδιδε χωρίς καμία φθορά ποσότητας, όπως ακριβώς το είχε παραλάβει. Από τους πιο γνωστούς νερόμυλους στο νομό Μαγνησίας είναι ο νερόμυλος του Καρακίτσου στο Μέγα Ρέμα στον Άνω Βόλο και αυτός του περιβαλλοντικού και πολιτιστικού πάρκου της Ανάβρας, που είναι ανακατασκευασμένος.

3) Βυρσοδεψία ή ταμπάκικα: Τα βυρσοδεψία χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία των δερμάτων. Οι κατασκευές των βυρσοδεψιών ήταν λιθόκτιστες και ο αρχιτεκτονικός τους σχεδιασμός ήταν λειτουργικός και εργονομικός. Για την επεξεργασία των δερμάτων χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες νερού, οι οποίες τροφοδοτούσαν μια σειρά από αβαθείς δεξαμενές, στις οποίες γίνονταν η επεξεργασία. Σε πρώτο στάδιο τα δέρματα πλένονταν και αφήνονταν να φουσκώσουν και στη συνέχεια καθαρίζονταν και τοποθετούνταν σε μια άλλη δεξαμενή με νερό και ασβέστη. Τέλος, αφού παρέμεναν αρκετές ώρες σε ένα ειδικό πάγκο όπου στέγνωναν, ακολουθούσαν οι τελικές εργασίες του καλλωπισμού και της συσκευασίας τους. Τα εργαστήρια έπρεπε να είναι ευρύχωρα και ευάερα και να επιτρέπουν τη διέλευση του ηλιακού φωτός, ώστε να στεγνώνουν γρήγορα τα δέρματα. Κύριο βυρσοδεψικό κέντρο αποτελούσε η Μακρυνίτσα, στην οποία έχουν καταγραφεί δεκάξι εργαστήρια, σε ερειπώδη δυστυχώς κατάσταση.

4) Μαντάνια ή μπατάνια: τα μαντάνια χρησίμευαν για την επεξεργασία ενός συγκεκριμένου είδους μάλλινου υφάσματος, του δίμιτου. Το μαντάνι ήταν μια ξύλινη κατασκευή διαστάσεων 4x3x3, που ήταν άλλοτε υπαίθρια και άλλοτε στεγασμένη και αποτελούσε τμήμα υδροκίνητων συγκροτημάτων που περιελάμβαναν νεροτριβές και νερόμυλους. Ήταν μια κατασκευή η οποία κινούνταν με υδατόπτωση και η οποία επέτρεπε μέσω εκκεντροφόρου άξονα τη μετατροπή της περιστροφικής κίνησης της κατακόρυφης φτερωτής σε παλινδρομικές κινήσεις σφυριών. Τα σφυριά, δύο ή τέσσερα, χτυπούσαν το υφαντό, το οποίο συγχρόνως βρέχονταν από το νερό. Οι μικρές αυτές κινήσεις και η τριβή των νημάτων σε συνδυασμό με τη χαμηλή θερμοκρασία που αναπτύσσονταν, είχε ως αποτέλεσμα τα υφαντά αυτά να αποκτούν μια πιο σφιχτοδεμένη υφή και πιο απαλή αφή. Βασικός χειριστής αυτών των κατασκευών ήταν ο μυλωνάς. Ένα από τα πιο γνωστά μαντάνια του νομού είναι αυτό που βρίσκεται στο περιβαλλοντικό και πολιτιστικό πάρκο «Γούλα» στις πηγές της Ανάβρας, που είναι σήμερα ανακατασκευασμένο.

5) Υδροκίνητα ελαιοτριβεία ή γαλιάγριες: Η παραγωγή του ελαιόλαδου βασίζονταν εξ΄ολοκλήρου στον τροποποιημένο νερόμυλο, όπου με τη βοήθεια του νερού επιτυγχάνονταν η περιστροφή του νερόμυλου και η ενέργεια που παράγονταν με τη σειρά της μεταφέρονταν στα μηχανήματα για την παραγωγή του ελαιόλαδου. Η κίνηση του μηχανισμού ήταν καθαρά υδραυλική και το άλεσμα των ελαίων γίνονταν με την περιστροφική κίνηση της μυλόπετρας. Το νερό χρησιμοποιούνταν επίσης και για την πλύση των ελιών, έτσι ώστε να καθαριστούν από τα υπολείμματα της σκόνης. Η χρήση μεγάλης ποσότητας τρεχούμενου νερού ήταν και ο λόγος που πολλά ελαιοτριβεία βρίσκονταν στο παρελθόν στις όχθες ρεματιών, όπου η αέναη ροή των υδάτων εξασφάλιζε συγχρόνως και τη συνολική απορροή των λυμάτων. Το υδροκίνητο λιοτρίβι δούλευε με οριζόντια μικρή φτερωτή ανατολικού τύπου, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τις μεγάλες ρωμαϊκού τύπου εξωτερικές κάθετες μεταλλικές φτερωτές, τις λεγόμενες ροδάνες. Αυτός ο τύπος αποτελούσε μια νέα εφεύρεση της βιομηχανικής εποχής, που απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει ήταν η ύπαρξη μεγάλης ποσότητας νερού. Ένα από τα πιο γνωστά ελαιοτριβεία στο νομό είναι αυτό του Απόστολου Μίχου, στο ομώνυμο και μεγαλύτερο γεφύρι του Πηλίου στη Δράκεια, καθώς και το ελαιοτριβείο Ψυχούλια στη Βυζίτσα.

Οι παλιές αυτές κατασκευές θεωρούνται ιδιαίτερης ζωτικής σημασίας, καθώς αποτελούν μνημεία της προβιομηχανικής τεχνολογίας, αλλά και της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας. Σήμερα παραμένουν ερειπωμένα κεφάλαια της ιστορίας μας, καθώς η κρατική μέριμνα για τη συντήρηση, την ανάδειξη και την προβολή αυτών των κατασκευών είναι εντελώς ανύπαρκτη. Τα μνημεία αυτά παραμένουν ωστόσο αψεγάδιαστα τεκμήρια μιας άλλης εποχής και μιας άλλης ζωής πολύ πιο απλής και παραδοσιακής, που στηρίζονταν στην εκμετάλλευση των φυσικών πηγών ενέργειας.


Βιβλιογραφία

Γεώργιος Γκρασσάς, «Μνημεία προβιομηχανικής χρήσης του νερού και της υδραυλικής ενέργειας στη Μαγνησία», ΕΝ ΒΟΛΩ, (15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2004), τριμηνιαία περιοδική έκδοση δήμου Βόλου, Σ.Σ. 92-97